ανταφίημι


ανταφίημι
ἀνταφίημι (Α) [αφίημι]
1. ρίχνω, πετώ κι εγώ κάτι
2. φρ. «δάκρυ ἀνταφίημι» — δακρύζω και εγώ με τη σειρά μου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ίημι — ἵημι (Α) 1. κινώ, βάζω κάτι σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί γρήγορα («ἧκα πόδας καὶ χεῑρε φέρεσθαι», Ομ. Οδ.) 2. αφήνω κάτι να πέσει κάτω (α. «κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας» άφησε τα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι, Ομ. Οδ.) 3. στέλνω, αποστέλλω 4.… …   Dictionary of Greek